CATwalk

A One Stop Blog For The Latest on Fashion & Beauty…


Τούβλο Του Αίσχους

November 10th, 2009 by κατόπαιδο

Αθήνα, 09.11.2009

Τόσα χρόνια κλειδωμένο στο συρτάρι του γραφείου
ανάμεσα σε συνδετήρες,
φακέλους, κουμπιά
κι ακόμη μυρίζει γιασεμί.

Τι παράξενο.
Το μόνο που μας ενώνει πια
ένα κομματάκι του τείχους που χώριζε κάποτε τους ανθρώπους στα δύο.

Posted in Fin | No Comments »


Quiet Please

March 19th, 2009 by κατόπαιδο

Όταν κάτι το ονομάζεις, με μεγάλη πιθανότητα έχεις μπει σε τροχιά τέτοια ώστε να το χάσεις.
Εσκεμμένα ή ακούσια…

Να γιατί δεν θυμάμαι το όνομά σου.
Να γιατί δεν γυρίζω όταν με φωνάζεις.

Να τελικά γιατί προτιμώ τους ανομολόγητους έρωτες.

Posted in Fin | 8 Comments »


Πίνω & Δεν Δίνω

January 29th, 2009 by κατόπαιδο

        

                                             “ακουµπάει τον αγκώνα του στο άγριο µπαρ
                                                και την παλάµη στο αξύριστο µάγουλό του”

                                                                                                      Γ.Ι.Μ.

Δεν έχω όρεξη για να γράψω.
Απεναντίας, έχω μια πελώρια λαχτάρα για να… αντιγράψω.

Μεθόριος & Κύκλοι
Του ΕΥΓΕΝΙΟΥ ΑΡΑΝΙΤΣΗ

Αρχισα να πίνω στα 17 μου και σταμάτησα γύρω στα 42. Συνεπώς, για χρόνια, έζησα βαδίζοντας, ή μάλλον τρεκλίζοντας, πάνω στη λεπτή μεθόριο που χώριζε τις συνήθειες ενός ανθεκτικού πότη από το φάσμα των συμπτωμάτων του αναπτυσσόμενου εθισμού, κάτι σαν χείλος γκρεμού απ’ όπου η κατάρρευση, έστω και αν απείχε αρκετά, πάντως ήταν ορατή. Ετσι, ενηλικιώθηκα αφουγκραζόμενος τους σακχαρομύκητες που δρούσαν μέσα στη μαγιά της μπίρας προκαλώντας τις περίφημες αλκοολικές ζυμώσεις. Ομως, σιγά σιγά, εξαιτίας της γαστρίτιδας που με ταλαιπωρούσε σαν προκαταβολή της θείας δίκης, παραιτήθηκα απ’ τη γλυκόπικρη γεύση της μπίρας, προτιμώντας τα λεγόμενα σκληρά ποτά, που εξάλλου ταίριαζαν στη βαναυσότητα με την οποία τιμωρούσα τον εαυτό μου ακριβώς για το ότι ήταν τόσο αδύναμος ώστε να πίνει του σκοτωμού. Δύσκολα θα ‘βρισκε κανείς πιο εύγλωττο παράδειγμα φαύλου κύκλου.

Το αλκοόλ, για το οποίο λέγονται καθημερινά στην τηλεόραση αμέτρητες ασυναρτησίες από ψυχολόγους της κακιάς ώρας, είναι αυτό καθεαυτό ένας φαύλος κύκλος, μια αιώνια κίνηση περιστροφής γύρω απ’ το δίπολο μανία/κατάθλιψη. Σημειωτέον ότι το hangover είναι σωματικό μόνον στους πρωτάρηδες, που ταλαιπωρούνται από πονοκέφαλο και ναυτία· απεναντίας, στους έμπειρους πότες το hangover είναι αποκλειστικά ψυχικό, κυρίως ανυπόφορη κακοκεφιά και ισχυρές μετασεισμικές δονήσεις με επίκεντρο τα οχυρά της ενοχής. Το πρωινό της εκάστοτε επομένης, μέσα στην άβυσσο της αυτολύπησης, δεν έχεις άλλη διέξοδο από το να αναζητήσεις κάποιο φάρμακο για την ατονία και τα φρικτά μουδιάσματα της σκέψης σου και το φάρμακο δεν είναι πλέον η ασπιρίνη, που θα περιόριζε το βάσανο της αγγειοσυστολής όπως όταν ήσουν εικοσάρης, αλλά ένα διεγερτικό των λιπόθυμων ψυχικών ίσκιων, οι οποίοι -καλώς τους!- ξυπνούν αμέσως μόλις ακούσουν το κουδούνισμα απ’ τα παγάκια στο ποτήρι. Ξαναπίνεις σήμερα για να μη θυμάσαι τι ήπιες χθες.

Και οι ίσκιοι είναι και πάλι ετοιμοπόλεμοι και η βραδιά θα ξετυλιχθεί με τους ίδιους ηχηρούς καβγάδες, την ίδια εξουθενωτική ευφορία, τις ίδιες παραισθήσεις μεγαλείου και, εντέλει, την ίδια σπουδαιοφανή κατρακύλα στην αποβλάκωση, όπου ο χρήστης του αλκοόλ ζει αλυσοδεμένος. Και πολλοί βιάζονται να του πουν ότι αν έκοβε το ποτό θα ελευθερωνόταν, ενώ η αλήθεια είναι, αντίστροφα, ότι, ΑΝ ελευθερωνόταν, τότε ναι, θα εγκατέλειπε το ποτό συνειδητοποιώντας πως η μέθη υπεδείκνυε απλώς μια παρακαμπτήριο γύρω απ’ το φέρον υποστύλωμα του είναι του, αυτό που η γερμανική γλώσσα, ας της αναγνωρίσουμε την πρωτιά, ονόμασε das Unbewusste, το ασυνείδητο.

Τέτοια υπήρξε ανέκαθεν και η διαφορά μου, κατ’ ουσίαν ιδιοσυγκρασιακή, απ’ τον φίλο μου τον Κωστή Παπαγιώργη, που αφήνει στα γραπτά του να εννοηθεί το αυτονόητο, δηλαδή ότι το αλκοόλ οδηγεί σε προβλήματα συνύπαρξης, ενώ για μένα, αντίθετα, είναι τα προβλήματα συνύπαρξης που οδηγούν στο αλκοόλ, και όχι μόνον αλλά αποδεικνύονται οι καλύτεροι ξεναγοί στα τοπία της κραιπάλης. Αναλόγως, κατ’ εμέ, η αγοραφοβία, που συχνά πλήττει τους πρώην χρήστες αμέσως μόλις βγουν απ’ το λούκι, δεν αποτελεί αίτιο, όπως για τον Κωστή, αλλά αποτέλεσμα. Δυστυχώς, είτε αρέσει είτε όχι, το αίτιο παραμένει φροϋδικής τάξεως και ελάχιστα με ενδιαφέρει αν ο Φρόιντ θεωρείται ή όχι ξεπερασμένος. Εφόσον το αλκοόλ έχει γίνει απαραίτητο, μπορείς να είσαι σίγουρος ότι έχεις βάλει στο στόμα σου τον μαστό μιας φαντασιακής μητέρας που η τρελή της αγάπη, συγκεχυμένη και ανεπαρκής, θα σε δηλητηριάζει ισοβίως με την αποζημίωση ενός είδους φυτικής νάρκης, η οποία υπόσχεται να αμβλύνει τον ορίζοντα των συμβάντων μέχρι του σημείου να πιστέψεις ότι τα νοσταλγείς. Και η παραπειστική αυτή νοσταλγία ισοδυναμεί με τη βιοχημική έκρηξη του οινοπνεύματος των 40 βαθμών.

Αυτά ως προς το μπιμπερό. Από μια άποψη, δεν έχουν εντελώς άδικο όσοι λένε ότι ο αλκοολικός μάχεται την πλήξη, αφού μοιάζει να κάνει ειδικά αυτό, ωστόσο, στην πραγματικότητα, δεν αναζητάει παρά τη σβέση των αντιστάσεων της ψυχής του, την εξουδετέρωση των ελατηρίων που κινητοποιούνται με τη συγκίνηση. Αναζητάει τη στασιμότητα, άρα την άλλη όψη της ίδιας εκείνης πλήξης που φαινομενικά απεχθάνεται. Από τα βάθη αυτού του τέλματος, μια μυστική φωνή τον παροτρύνει να εύχεται συμβάντα που θα χρησιμεύουν σαν έμμεσες διαβεβαιώσεις του ότι εξακολουθεί να είναι ζωντανός, όμως άπαξ και αντιληφθεί εκείνη τη ζωντανή ρίζα που πάλλεται μέσα του κατά τη στιγμή της ευφορίας, τρομάζει αρκετά ώστε να την πνίξει με μια ποσότητα επιπλέον αναισθητικού. Σ’ αυτόν το αποενεργοποιημένο τρόμο, που καταλήγει να τον απολαμβάνει κανείς αντί παυσίπονου, ο ποιητής Ηλίας Λάγιος είχε δώσει το όνομα «πένθος του ορυκτού».

Σαν τους περισσότερους φίλους μου, φερ’ ειπείν σαν τον Λάγιο ή τον Κωστή ή τον Ικαρο Μπαμπασάκη, ξόδεψα δεκαετίες πιστεύοντας, ή μισοπιστεύοντας, ότι το αλκοόλ ήταν κάτι στο οποίο μπορούσαν να πιστωθούν ηρωικοί θρύλοι και φλογερές επαναστάσεις κατά του κομφορμισμού της μεσαίας τάξης, μεθυσμένες περιπέτειες ποιητών σαν τον Ρεμπό και τον Βερλέν και ταξίδια σε παράλληλους, περιθωριακούς, φαντασμαγορικούς κόσμους, στρωμένους με πορφύρες. Γιατί αληθεύει ότι οι άνθρωποι χωρίζονται σ’ αυτούς που θέλουν να ακούν ιστορίες της πείνας και σ’ εκείνους που προτιμούν τις ιστορίες της δίψας, κι εμείς ανήκαμε στη δεύτερη κατηγορία.

Εντούτοις, το αλκοόλ, εκ των υστέρων το καταλαβαίνει κι ένας αφελής, δεν είναι παρά το μείζον σύμπτωμα μιας σοβαρής διαταραχής και η παραφορά τόσων και τόσων καλλιτεχνών που έζησαν με την έμπνευσή τους να πυρακτώνεται στις φωτιές που υποδαύλιζαν το αψέντι και το ουίσκι ή το ρούμι ήταν, στην ουσία, μια δρακόντεια άμυνα των ψυχικών τους αντισωμάτων -όπως καληώρα με τον Λάγιο. Σαν να λέμε, αν η ίδια κατάχρηση γινόταν από κάποιον λιγότερο επιδέξιο στις συνομιλίες με τον θάνατο και την τρέλα, αυτός θα καταντούσε απλώς πιο ανόητος απ’ ό,τι ήταν όταν άρχισε να καλοπιάνει τον μπάρμαν ζητώντας ένα τελευταίο για τον δρόμο.

Σε πείσμα της γραμματικής, η αγάπη είναι αρσενική και ο έρωτας θηλυκός· αλλά το αλκοόλ είναι όντως ουδέτερο. Πίνοντας, επιδιώκουμε ακριβώς την ουδετερότητα, έναν πλήρη συμψηφισμό αποχαύνωσης και υπερδιέγερσης· το ανομολόγητο όνειρο του πότη είναι η κατάσταση αιώρησης στον αφρό του θανάτου. Μ’ αυτό τον αντιπερισπασμό κατορθώνει να παραβλέψει την απελπισία απ’ το ότι του έλειψε εκείνο που πρωτίστως και πάντοτε λείπει, δηλαδή η πλησμονή, η περίσσεια έλλογων και ισορροπημένων σχέσεων στοργής με τους γεννήτορες. Ετσι, το ποτό είναι μια περιοχή πένθους όπου πενθείς για το φέρετρο, όχι για τον νεκρό. Οσο λάθος είναι να πεις ότι η σύφιλη μεταδίδεται με το νανούρισμα, άλλο τόσο σφάλλεις πιστεύοντας ότι ο πυρετός του αλκοόλ μεταδίδεται από τις κακές συναναστροφές.

29/04/2007
7 – Κυριακάτικη Ελευθεροτυπία

~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~

Στρίψε Μου Ένα Τσιγάρο
Του ΕΥΓΕΝΙΟΥ ΑΡΑΝΙΤΣΗ

Στο προηγούμενο, παρουσίασα τη σχέση με το αλκοόλ σαν φαύλο κύκλο. Σήμερα θα πω ότι, προκειμένου να σπάσεις τον φαύλο κύκλο, πρέπει μάλλον να χτυπήσεις όχι στο πιο αδύνατο σημείο αλλά στο πιο ισχυρό· δηλαδή οπουδήποτε. Και το οπουδήποτε αυτό είσαι εσύ ο ίδιος.

Υπονόησα ακόμη ότι η συγκεκριμένη παθολογία συνδέεται με τον φόβο του θανάτου που ελευθερώνεται όταν έρχεσαι αντιμέτωπος με μια (ψυχικά) νεκρή μητέρα. Μη κατορθώνοντας να την κηδέψεις, αφήνεις το αλκοόλ να σε οδηγεί σ’ έναν κόσμο σύντομο, θορυβώδη, ευκαιριακό και θεμελιωδώς παράφωνο. Οσοι απ’ τους προικισμένους εικοσάρηδες αναζητούν εκστατικές όψεις της εκφραστικότητας, όσοι ελπίζουν στη θριαμβευτική λύση των εντάσεων που προηγήθηκαν, όσοι περιμένουν ότι θα τους αποκαλυφθούν νυχτολούλουδα την παραμονή του Αγίου Ιωάννη του Βαπτιστή κι ότι το βλέμμα τους θα αναμετρηθεί με τις σιωπές του φεγγαριού και την παλίρροια, ματαιοπονούν. Μετρήστε τις τιμές του I.Q. τα ξημερώματα, όταν κλείνουν τα μαγαζιά και θα πειστείτε.

Βέβαια, το αλκοόλ προκαλεί, για λίγο, παραισθήσεις συμμετοχής σ’ ένα αιώνιο παρόν, όπου ο διψασμένος απολαμβάνει προσωρινά το χάδι ενός άυλου χρόνου και τάχα γίνεται δεκτικός στη φιλία με τα νεύματα της απεραντοσύνης. Πίνοντας, αγκυροβολείς στο μέσον της διάρκειας. Το αλκοόλ συνδέεται στενά με την τωρινότητα, της οποίας αποτελεί, κατά κάποιον τρόπο, τη σκηνική υπόδειξη. Το ΣΗΜΕΡΑ, ΣΗΜΕΡΑ, ΣΗΜΕΡΑ, που κοσμούσε το οικόσημο της οικογένειας Ρούσκιν είναι η πεμπτουσία της μέθης, η στιγμή κατά την οποία αίρεται η άρθρωση παρωχημένου/επικείμενου. Ομως αυτό, λυπάμαι που θα το πω, δεν είναι το αιώνιο παρόν που βιώνουν οι μύστες βυθισμένοι στο ωκεάνιο ηχόχρωμα του παντός. Καθόλου δεν πρόκειται για το nunc stans, για τον ασάλευτο ενεστώτα των αγίων και των αγγέλων, όπου το φως μεταφράζεται σε αγάπη κι όπου το πέρασμα των ωρών μοιάζει μ’ αυτό που ακούς όταν βάλεις στο αφτί σου ένα κοχύλι. Απεναντίας, πάρα πολύ συχνά, μέσα στα ερείπια που αχνίζουν, μέσα στους δηλητηριασμένους ατμούς αυτής της βραδυκίνητης χρονικότητας, ο μέθυσος γίνεται ένα κτήνος που οσφρίζεται το φρέσκο αίμα των διπλανών. Οτι ο Χίτλερ δεν έβαζε αλκοόλ στο στόμα του, δεν πα’ να πει ότι το ποτό ταιριάζει σε δημοκράτες.

Κατ’ ουσίαν, ο εξαρτημένος, έχοντας μειωμένη αντίληψη των αλλαγών του περιβάλλοντος, κλείνεται αεροστεγώς σε μια φαινομενικά αδιαμεσολάβητη εμπειρία της ύπαρξής του, πράγμα που τον παρακινεί να πιστεύει ότι είναι αθάνατος κι ότι ο κόσμος μπήκε τάχα στη φάση της στάσιμης ταυτοκινησίας, εκείνης που εκθειάζουν οι αποκρυφιστές Off the record, αυτή η ψευδαίσθηση είναι ιδιαιτέρως συμφέρουσα εφόσον το υποκείμενο επιδιώκει να διασκεδάσει τις ενοχές για τα έκτροπα της προηγούμενης βραδιάς. Οπως είπε κάποτε μια φίλη μου, μόνον τις ακρότητες (επί λέξει, είχε πει «τις μαλακίες») της προηγούμενης βραδιάς θυμάται κανείς, σαν να λέμε ότι θυμάται το ελάχιστο δυνατόν. Ως εκ τούτου, μπορείς να υποστηρίξεις ότι το αλκοόλ είναι το σύμπτωμα μιας ασθένειας που πλασάρεται συνάμα και σαν φάρμακο του εαυτού της, περίπου όπως με το κατούρημα: το αλκοόλ σε υποχρεώνει να ανακουφίζεις τακτικά την κύστη σου και, ταυτοχρόνως, σε βοηθάει να αναβάλεις την ανακούφιση επ’ άπειρον.

Οντως, η πιο φτηνή παρηγοριά για τις ανατριχιαστικές εκκρεμότητες του εκάστοτε πρόσφατου παρελθόντος εξασφαλίζεται μόλις κατέβει στον λαιμό η πρώτη γουλιά, οπότε ξεχνάς όλα όσα πρέπει να ξεχαστούν και καθηλώνεσαι στη φιλόξενη χαλαρότητα της στιγμής, ξεκομμένος από το παρελθόν και το μέλλον, λες και η στιγμή εκείνη αποτελεί το μοναδικό άνοιγμα του πεπρωμένου προς την υποκειμενικότητα. Μουσκεύοντας στο οινόπνευμα, η αδιαφορία για τις συνέπειες προσλαμβάνει ένα ύφος εκατό τοις εκατό μακάριο. Αν μιλάμε για το δικαίωμα να γίνεσαι ενοχλητικός, το αλκοόλ είναι το αντίστροφο του πόθεν έσχες.

Οταν ζήτησαν από τον Ολιβερ Σακς να δώσει έναν ορισμό του φυσιολογικού ανθρώπου, αποκρίθηκε: «Για εμάς», εννοώντας τους νευρολόγους, «φυσιολογικός είναι ο άνθρωπος που έχει την ικανότητα να αφηγηθεί την ιστορία του». Εγώ, φέρ’ ειπείν, δεν είχα τέτοια ικανότητα. Και το κενό, στο παρελθόν μου, μπορούσε να συγκριθεί με την τρύπα που ανοίγουν στο στρώμα του όζοντος οι χλωροφθοράνθρακες. Εννοείται ότι η τρύπα απορροφούσε, βολικά, όλα εκείνα τα πεπραγμένα και ειπωμένα για τα οποία ντρεπόμουν -την επιθετικότητα, τις παρανοήσεις, τη γελοιοποίηση και τους λεονταρισμούς, το κάθε τι που προοριζόταν για ανακύκλωση.

Οχι ότι η μέθη δεν μελετάει αστερισμούς που περιστρέφονται σ’ ένα ενδόμυχο, λυρικό και ονειρώδες σύμπαν, όμως από τις περιστροφικές αυτές αποκαλύψεις δεν απομένει τίποτα. Εξάλλου, το αλκοόλ, σε αντίθεση με τα ψυχεδελικά ή το όπιο στη φυσική του μορφή, δεν παράγει καμιά εικονοποιία, μόνον ακροβασίες της σκέψης και πρωτοφανείς συλλογισμούς που διαλύονται στον αέρα. Προσφέρει μεγάλα περιθώρια ρεμβασμού, ωστόσο αυτοί δεν ανάγονται στο φάσμα των οπτικών εντυπώσεων και δεν απομνημονεύονται, δεν αφήνουν πίσω τα ίχνη ενός ταξιδιού, τα τοπία εξαφανίζονται. Ουδέποτε έγραψα κάτι εμπνευσμένος από τις χίμαιρες του αλκοόλ. Το ότι υπάρχουν δήθεν συγγραφείς που γράφουν αριστουργήματα πίνοντας είναι ένας ακόμη αμερικάνικος μύθος της ευφάνταστης δεκαετίας του ‘50, όπως ήταν ας πούμε οι περίφημες αρετές του Χάμφρεϊ Μπόγκαρντ, ενός χαρακτήρα πάντοτε μονοκόμματου και ξεροκέφαλου και ασυγκίνητου και αφόρητα ατομιστή και απερίγραπτα άξεστου και εν γένει αντιπαθέστατου, που είχε πουλήσει μούρη σε αρκετά προσιτές τιμές ώστε να γίνει πρώτης τάξεως ίνδαλμα.

Μεθώντας μόνος μου, στο μπαρ ή στο σπίτι μου, έκανα εκατομμύρια σκέψεις απ’ τις οποίες δεν έμεινε ούτε μία. Αισθανόμουν τους κρυφούς φωτισμούς και την υποβρύχια γοητεία πολλών απ’ αυτές τις σκέψεις, αλλά δεν υπήρχε εκεί, σας ορκίζομαι, τίποτα άξιο λόγου. Ο μεθυσμένος πιστεύει ότι αντικρίζει την εξωπραγματική ανωτερότητα της νοημοσύνης του, τον υποδέχεται μια τρικυμία από διακοσμητικές συγχορδίες που αντιμάχονται μεταξύ τους, μια πυκνή, αντιφατική κίνηση, εμπνευσμένες μεταπτώσεις και ανταύγειες, ελικοειδείς κινήσεις του συνειρμού, και ούτω καθεξής. Με τη σειρά μου, πίστεψα ότι είχα γίνει το θέατρο ιδιωτικών πολέμων, αναλογίστηκα τη μυστική αρχιτεκτονική του μορίου της γλυκόζης, σκέφτηκα τον παράδεισο σαν μια χώρα όπου ήταν μονίμως μεσημέρι καλοκαιριού. Είδα με τον νου μου λάμψεις πάνω στα νερά και σημαιοστολισμούς καραβιών όπου επέβαιναν όλοι εκείνοι που έχασαν τη ζωή τους στη γέννα. Ομως οι λάμψεις αυτές ήταν μάλλον έννοιες παρά εικόνες, αναλώσιμες έννοιες, απ’ τις οποίες δεν συγκράτησα το παραμικρό.

Σας τα λέει αυτά κάποιος που είναι πολύ γέρος για να πίνει το γάλα της μάνας του και πολύ νέος για να πίνει το χαμομήλι των ετοιμοθάνατων. Δεν υπάρχει έντιμο μεθύσι.

06/05/2007
7 – Κυριακάτικη Ελευθεροτυπία

~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~

Όπως έλεγε κι ο Παππούς όλων μας, ή και πριν από αυτόν ο Γέρος του Βουνού,
τίποτα δεν είναι αληθινό, όλα επιτρέπονται.

Posted in Glou Glou | 1 Comment »


Χωρίς πολλά λόγια

June 29th, 2008 by κατόπαιδο

Download link 

“Ο χρόνος της παιδικότητας ονομάστηκε τετελεσμένος μέλλοντας.”

Παλιόπουστες.

Posted in Fin | 2 Comments »


Με Διαφορά…

April 20th, 2008 by κατόπαιδο

Mmmmm

… στήθους αυτή τη φορά, αλλά και πάλι φετινός πρωταθλητής της Σούπερ Λίγκα θα είναι ο…

Download link

… συνήθης ύποπτος Four Letter Word τσάμπιον!

Posted in gamez | 4 Comments »


« Previous Entries Next Page »


Entries (RSS) and Comments (RSS).