Μια Κυριακή στο Διμηνιό
Sunday, August 15th, 2010Απο τη σημερινη Αυγη
Ήταν απαίτησή της.
- Νά ‘ρθεις οπωσδήποτε τον Αύγουστο, μένω εκεί στο Διμηνιό είκοσι μέρες με τις νεότερες γενιές, γιατί οι παλιές έχουν ταξιδέψει… Να δεις πού και πώς περνώ τόσα χρόνια τα καλοκαίρια μου. Με τόσους ανθρώπους επώνυμους και μη πάντα καλεσμένους μου, να ζήσουμε την καλοκαιρινή χαρά.
Ένα χρόνο, κουβέντα την κουβέντα, προσπαθούμε με τη Μαργαρίτα Παπαγεωργίου να στήσουμε ένα αυτοβιογραφικό κείμενο. Στο οποίο έχει πολλά να πει η Ψιψίνα της Μαγικής Πόλης του Νίκου Κούνδουρου.
- Πού είσαι ψιψίνα; Της έλεγε πάντα ο Τάκης Χορν.
Όπως μου έχει εξομολογηθεί: τον Τάκη τον αγαπούσε, κι ας ήταν δεξιός. Κάποτε που την είχε καλέσει για φαγητό στο σπίτι του, με τη γυναίκα του, τη Γουλανδρή, απέναντί της ήταν κρεμασμένοι οι βασιλείς. Αυθόρμητα του λέει:
Τάκη γύρισε τους ανάποδα να μπορέσω να καταπιώ τη μπουκιά μου.
Έβαλε τα γέλια ο Χόρν… της έκανε τη χάρη.
Πιστεύει ότι σαν ηθοποιός ο Τάκης ήταν ο πρίγκιπας και ο Γιώργος Παπάς, ο βασιλιάς.
Η πάντα αεικίνητη Μαργαρίτα με υποδέχτηκε με τη γυναίκα μου στο λιτό και απέριττο σπιτάκι της στο Διμηνιό, του από την αρχαιότητα καταγόμενου δήμου Συκεών. Ο Διάκοσμος του σπιτιού λεπτός και με γούστο. Κρεμασμένα αντίγραφα πινάκων με ολόθερμες και ολόψυχες αφιερώσεις του Γιάννη Τσαρούχη, του Μποστ, του Τάσου Ζωγράφου και άλλων. Ήταν όλα στημένα γύρω με τόση μαστοριά και απλότητα, που θαύμασα την αισθητική της. Σ’ αυτό το σπίτι έχουν κάνει καλοκαιρινές διακοπές ο Μάριος Πλωρίτης και η γυναίκα του Μαρίκα Ανεμογιάννη, ο Θεατρικός συγγραφέας Δημήτρης Κεχαίδης για πάνω από είκοσι χρόνια, ο ποιητής Νίκος Καρούζος , ο Ζωγράφος Γιάννης Μιγάδης, η Μαριέττα Ριάλδη, η Ροζίτα Σώκου, η Αννα Φόνσου, ο σκηνογράφος και όχι μόνο Τάσος Ζωγράφος με τη γυναίκα του και το παιδί του, ο Θόδωρος ο γλύπτης, ο σκηνοθέτης Στέλιος Παυλίδης, η ποιήτρια Μαντώ Αραβαντινού, ο Γιώργος Κούνδουρος με τις παρέες του, ο οπερατέρ Καρύδης- Φουξ, η αδερφή του Μάνου Μιράντα Χατζιδάκι, ο συγγραφέας Μένης Κουμανταρέας, ο σκηνοθέτης Βασίλης Γεωργιάδης, ο συνθέτης Γιώργος Τσαγκάρης, ο ζωγράφος Δημήτρης Φατούρος ο δημοσιογράφος Κώστας Παπαϊωάννου με τη μάνα του και ουκ έστιν αριθμός. Συνεχίζουν και τα παιδιά τους να έρχονται -νεότερες γενιές- στο Διμηνιό και η παράδοση άγια και σωστά κρατεί.
Δίπλα από το σπίτι της Μαργαρίτας φιλοξενούνταν ο Γιάννης Ρίτσος, ο οποίος από την πειθαρχία που είχε αποκτήσει στις εξορίες σταύρωνε τα χέρια όρθιος και κοιτούσε με τις ώρες τη θάλασσα. Θαμώνας του καλοκαιριού σε γειτονικό σπίτι ήταν και ο Γεράσιμος Σταύρου ο συγγραφέας του Θεατρικού έργου «Καληνύχτα Μαργαρίτα» που βασίστηκε στο Διήγημα του Δημήτρη Χατζή, Μαργαρίτα Περδικάρη.
Με όλα τούτα στις κουβέντες μας με τη Μαργαρίτα φτάσαμε στην παραλία για να τύχει υποδοχής από τα νέα παιδιά – τα θεωρεί παιδιά της όλα τα παιδιά του κόσμου – σαν αρχηγού της παρέας. Εκεί στην παραλία γίνεται ο προγραμματισμός της μέρας.: το μπάνιο οι κουβέντες τα παιχνίδια η ταβέρνα και τέλος το μπαρ.
Μετά μπήκε το θέμα της καταστροφής της παραλίας με τα εκατοντάδες τέρατα, που έχουν χτιστεί και χάθηκε η παλιά ομορφιά. Ο Άρης Κωνσταντινίδης δεν θα άντεχε τις ακαλαίσθητες μάντρες με τα επιβλητικά και απαίσια κάγκελα και τις γκαραζόπορτες τέρατα να φυλάσσουν τα τέσσερα επί τέσσερα. Σε κάθε γωνιά της Ελλάδας έχει συμβεί το ίδιο.
Ας πάρετε τα λόγια μου σαν μικρή παρέμβαση σαν απάντηση σ’ αυτούς που γκρέμισαν την πατρίδα μας. Πίστευα ότι στη διάρκεια της ιστορίας του ανθρώπου οι περίοδοι με μεγάλο πλούτο ήταν ταυτόχρονα περίοδοι πολιτιστικής – πνευματικής άνοιξης. Στα χρόνια που πέρασαν ο πλούτος που σωρεύτηκε ήταν παράνομα κερδισμένος κι αντί για πολιτισμό, παρήγαγε κουφάρια παρακμασμένης Ρωμαϊκής Αυτοκρατορίας.
Η Μαργαρίτα με νεύρα, αταλάντευτη αυστηρή στιγμάτιζε τα κακώς κείμενα, σε πείσμα των καιρών κρατά τις δικές αξίες σημαία και φλάμπουρο, τις αξίες τις γενιάς της. Μαζί με τα παιδιά συζητά τα δικά τους, τα μικρά ανθρώπινα. Τα παιδιά την πιστεύουν και τη λατρεύουν, είδα το πανώ υποδοχής της όταν έφθασε από την Αθήνα, που είχαν κρεμάσει στην αυλή της και έλεγε: Welcome γιαγιά Μαργαρίτα να βάλεις λίγη τάξη.
Μετά ακολούθησε το ταβερνάκι με το μοσχομύριστο ουζάκι στην παρακείμενη ταβέρνα, ο αποχαιρετισμός κι οι ευχές για το νέο αντάμωμα.
Η ημέρα ήταν Κυριακή, οχτώ ογδόου του δύο χιλιάδες δέκα.
Γιάννης Χρυσανθόπουλος
http://www.avgi.gr/ArticleActionshow.action?articleID=561028
