Neo-Greek Psycho
Sunday, February 25th, 2007Η αγκαλιά της ήταν συγκλονιστική.
Σε έκρυβε από όλο τον υπολοίπο κόσμο,
και σε ταξίδευε σε μέρη μαγικά.
τα χείλια της ήταν σκέτη γλυκα.
Μα το πιο γλυκό απ’όλα ήταν το μουνάκι της.
Γλυκό και δροσερό.
Αφού όταν έπινα μπάφους
δεν ήθελα γλυκό μετά,μόνο να το γλύφω.
Ημασταν στο αμάξι της και βολτάραμε παρέα,οδηγεί σαν άντρας και κλαίει σαν μωρό.
Εδω μου δάνεισες 60.000(δραχμες τότε)
για να αγοράσω κάτι μπότες,μου είπε,το θυμάσαι;
Ποτέ δεν το θυμόμουνα αυτό.
Αλλά λίγο με ενδιέφερε εκείνη την ώρα.
Συνεχίσαμε,η μέρα ήταν ηλιόλουστη, σε κάποια στιγμή στην βάρης-κορωπίου
βγάζει μία στριγγλιά,χτυπάει τα χέρια της στο τιμόνι
και μου λέει.Γιατί να μην ήταν η ζωή μου κάθε
μέρα τόσο όμορφη;Γιατί να πρέπι να δουλέυω
σ’ενα υπόγειο και να μην μπορώ να βλέπω τον ήλιο;
Της έδωσα ένα φιλί και συνεχίσαμε αμίλητοι.
Τότε κατάλαβα.
Η καρδιά της ήταν σαν μία μπάμπουσκα.
Δεν ξέρω αν τις θυμάσται.Τις πουλάγανε οι πόντιοι στις λαικές αγορές,μόλις είχαν πρωτοέρθει από την ρωσσία,μετανάστες στην ίδια τους την πατρίδα.Έτσι ήταν κι αυτή.
Η μπάμπουσκα είναι μια ξύλινη κούκλα,που μέσα της είχε άλλη μία ίδια αλλά μικρότερη σε μέγεθος.
Και μέσα στην μικρότερη μία άλλη,πιό μικρή,
και μέσα σ’αυτήν μια άλλη και πάει λέγοντας.
Για να γίνει ευτυχισμένη λοιπόν πρέπει να τις ανοίξει όλες
και να βρει τί έχει μέσα η μικρότερη.Αλλιώς θα παραμείνει κι αυτή μια άψυχη ξύλινη κούκλα…
.mp3